Λυρίτης Γιώργος: με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Οστεοπόρωσης

Μεγέθυνση κειμένου




Η οστεοπόρωση είναι η κατάσταση όπου τα οστά γίνονται πιο εύθραυστα και υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κατάγματος. Αφορά το 50% των γυναικών άνω των 45 ετών και το 90% αυτών που είναι άνω των 75 ετών. Θεωρείται μια «σιωπηλή» νόσος εφόσον οι ασθενείς με οστεοπόρωση δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα μέχρι να εμφανιστεί κάποιο κάταγμα.




Με αφορμή λοιπόν την Παγκόσμια Ημέρα Οστεοπόρωσης που είναι αφιερωμένη στην πρόληψη και έγκαιρη διάγνωση της οστεοπόρωσης στις 20 Οκτωβρίου, μιλήσαμε με τον Καθηγητή Ορθοπεδικής Γεώργιο Λυρίτη της Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρο του Ελληνικού Ιδρύματος Οστεοπόρωσης, για τα δεδομένα γύρω από την οστεοπόρωση στην Ελλάδα:



Ποια είναι η μέση ηλικία εμφάνισης της οστεοπόρωσης στην Ελλάδα στις γυναίκες και στους άνδρες και ποια πιστεύετε πως είναι η «κρίσιμη» ηλικιακή περίοδος για την πρόληψή της;
Η έναρξη της οστικής απώλειας που τελικά θα οδηγήσει στην οστεοπόρωση και τα οστεοπορωτικά άτομα αρχίζει και στα δύο φύλλα μετά το 40ο έτος της ηλικίας, όμως στις γυναίκες επιδεινώνεται απότομα μετά την διακοπή παραγωγής οιστρογόνων από τις ωοθήκες, δηλαδή με την εμφάνιση της εμμηνόπαυσης που παρουσιάζεται συνήθως στο 50ο έτος της ηλικίας. Η ταχεία οστική απώλεια της οστικής μάζας στις γυναίκες διαρκεί 5-10 χρόνια μετά την εμμηνόπαυση, δεν αποκλείεται όμως να υπάρχει και ταχεία απώλεια οστού και αργότερα. Στην Ελλάδα ο μέσος όρος ηλικίας εμμηνόπαυσης υπολογίζεται στο 49ο έτος της ηλικίας, αλλά λόγω της μακρόχρονης και ύπουλης εξέλιξης της η οστεοπόρωση δίνει ενοχλήματα (δηλαδή αυτόματα οστεοπορωτικά κατάγματα) συνήθως μετά το 60ο έτος της ηλικίας. Εξαίρεση αποτελούν τα κατάγματα του καρπού που παρουσιάζονται σχεδόν αμέσως μετά την εμμηνόπαυση. Επομένως η κρίσιμη ηλικία για την πρόληψη του νοσήματος είναι η άμεση μετά την εμμηνόπαυση περίοδος των 10 ετών, δηλαδή μέχρι το 60ο έτος. Στην περίοδο αυτή συνιστάται όλες η γυναίκες να κάνουν τουλάχιστον μια μέτρηση της οστικής μάζας στην σπονδυλική στήλη και το ένα ισχίο.

Όλο και περισσότερες μελέτες στη διεθνή βιβλιογραφία αναδεικνύουν ελλείψεις πληθυσμών μεγάλων χωρών σε βιταμίνη D. Υπάρχουν δεδομένα έλλειψης βιταμίνης D στην Ελλάδα και τελικά τα μειωμένα επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με τα ποσοστά οστεοπόρωσης;
Παρά την κοινή πεποίθηση ότι η Ελλάδα είναι μια ηλιόλουστη χώρα, και επομένως η πρόσληψη βιταμίνης D με την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία είναι αρκετή για τις ανάγκες των Ελλήνων, η πραγματικότητα αποδεικνύει σχεδόν το αντίθετο. Από μεγάλες μελέτες έχει βρεθεί ότι τους χειμερινούς μήνες το 70% των Ελλήνων και Ελληνίδων άνω των 65 ετών έχουν επίπεδα μικρότερα των 20 μg / ml , δηλαδή πάσχουν από έλλειψη βιταμίνης D, ενώ το καλοκαίρι το ποσοστό αυτό μειώνεται περίπου στο 30%. Δραματική αύξηση της έλλειψης βιταμίνης D βρίσκεται σε άτομα μεγαλύτερα των 80 ετών, οπότε για όλο το έτος το ποσοστό έλλειψη φθάνει το 92% του πληθυσμού. Σε άτομα νεότερα των 65 ετών η έλλειψη της βιταμίνης D φθάνει το 50% τους χειμερινούς μήνες και το 30% το καλοκαίρι. Έλλειψη βιταμίνης D παρουσιάζεται συχνά και στα παιδιά, ιδίως των αστικών περιοχών και κατά την σχολική περίοδο. Κύριες αιτίες των υψηλών ποσοστών έλλειψης της βιταμίνης D στην Ελλάδα είναι κυρίως η μικρή έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία τους χειμερινούς μήνες και η έλλειψη της βιταμίνης D από τη Μεσογειακή διατροφή, κυρίως λόγω της χρήσης σαν λίπους του ελαιόλαδου, το οποίο όμως δεν περιέχει καθόλου βιταμίνη D.

Άλλα άρθρα
nutrimedspecial
Οδηγός ευεξίας
prev
  • arrowHealth & Lifestyle
  • arrowΤο πιάτο μας
  • arrowΠαιδί
  • arrowΜη χάσετε
  • arrowHealth & Lifestyle
next